
Έχω τα σύνεργα μου κάτω απ' το κρεβάτι.
Ανάμεσα σε πεταμένες κάλτσες και ταξιδιωτικούς σάκους.
Στολίδια, χρυσόσκονες, χαμόγελα, δάκρυα, κάθε λογής κουστούμια.
Αυτά για τους ανθρώπους.
Έχω και πυγολαμπίδες φυσικά, ήλιους, σύννεφα, γιασεμιά
κι άλλα μύρια για τις μέρες.
Όλα χειροποίητα και εύθραυστα.
Έχω και μια ειδική φορεσιά για τις λέξεις.
Σχεδιασμένη απ' το χθεσινό πολύ,
αφότου έγινε
σημερινό λίγο.
Τη δική μου φορεσιά δεν την ξεκολλάω από πάνω μου.
Μόνο στον ύπνο με δυσκολεύει λίγο.
Στα όνειρα και στις θύμισες.
Και με πιάνει ανησυχία φορές φορές,
αν είναι ψεύτικες ή αληθινές.
Ούτε που ξέρω, γιατί σου γράφω.
Είμαι για τέταρτη μέρα καθηλωμένη στο κρεβάτι και πλήττω.
Με παράτησαν οι Θεοί μου, μόλις πάτησα Αθήνα
Είναι που σταματήσαμε τις ολονύχτιες σπονδές μάλλον.
Τώρα που' μαι εδώ κάτω, σκέφτομαι πιο συχνά
εκείνο το φτου ξελευθερία που λέγαμε.
Είναι στενάχωρα εδώ. Και αυτός που τα
φυλάει, έχει στήσει καρτέρι δίπλα ακριβώς
απ' το κρεβάτι μου. Βλέπω τα πόδια του
κι ανασαίνω όταν ανασαίνει, μη τύχει και
με καταλάβει. Δε θυμάμαι το πρόσωπό του.
Δε θυμάμαι καν πότε ξεκινήσαμε το
παιχνίδι αυτό.
Ένα φτου ξελευθερία για όλους μας!
Ίσως πάλι θέλω απλώς να γκινιάξω.
Είναι κι αυτές οι αμυγδαλές μου.
Κάθε γουλιά καφέ μεταμορφώνεται
σε αγκαθωτό θάμνο μόλις καταπίνω.
Κι ούτε τη γεύση του τσιγάρου
δε μπορώ, να ευχαριστηθώ πια.
Ναι, μάλλον αυτό θα' ναι.
Θέλω να γκρινιάξω λίγο.