14/2/12

μετά από διαΠραγματεύσεις, αντάλλαξα το θρόνο μ' ένα πιο χρήσιμο νομίζω πτυελοδοχείο!

24/1/11

you promised me poems...


Τίτος Πατρίκιος «Μεγάλο Γράμμα» (1954)

Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο

‘Οταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
Τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σωρεύουν οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θέλεις να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Το γέλιο σου άξαφνα ν’αρπάζει από το μπράτσο
ένα άλλο γέλιο
και να γυρνάν στους δρόμους ξεκουφαίνοντας τη γειτονιά
σα μαθητές που σπαν τα καλαμάρια τους στην πόρτα του
σχολείου...

Ένα κεφάλι ν’ακουμπάει στον ώμο σου
και ο ήλιος να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να φεύγει
αφήνοντας τη μέρα μες τα χέρια μας
άδειο πακέτο πυκνογραμμένο πολύτιμες σημειώσεις

Μα έπειτα
κι αυτό δε φτάνει.
Θες πιο πολλά.
Κ’ ετούτο το παρόν που καίει και καίγεται
Ετούτος ο πελώριος λιοψημένος ξυλοκόπος
ακολουθεί παντού με το βαρύ του βήμα
κ’ εύκολα δε χορταίνει δε γελιέται
όλο ακονίζοντας το τσεκούρι του στα κόκκαλα
όλο γυρεύοντας.
Και ξέρεις πως η δίψα του
είναι η δική σου δίψα.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
‘Ο,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
‘Ο,τι μας γέμιζε χτες
Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τον κόβεις στα δύο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το’κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ’αγαπώ
μα ήταν πολλά τα όσα ξέραμε
ήταν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.

Κι αν ήμουν άντρας
κ’ έπρεπε να’μαι δυνατός
(έπρεπε...)
να το ξέρεις:
Όπου μ’άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ’άγγιζες
πονούσα.

Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια.

13/1/11


σκέφτομαι τα χρονιά που θα 'ρθούνε

σωριασμένα το ένα πάνω στο άλλο

μέσα σε αισθήσεις ναφθαλίνης

κι εκείνη την νεκρή γριά

με την κουνιστή καρέκλα της

πάντα στραμμένη σε κάποιο

αραχνιασμένο δειλινό

μην τύχει και δούμε

την ώρα που μαγειρεύουμε

ή την ώρα που ερωτευόμαστε

τις μύγες και τις μέρες

που μας περιγελούνε

μπαινοβγαίνοντας χαρωπά

απ' το μισάνοιχτο στόμα της

όλα στραβά γινήκανε κι όλα είναι ωραία.

9/7/10

δια του κενού


Αγαπητέ Κ.Π.Κ με κούρασεν πολύ
αυτή η έκτακτη και εκστασιακή
κατα τ' άλλα συγκίνησις δια του κενού
με κούρασε πολύ αυτή η θλιβερή
συγκίνηση της απουσίας
ό,τι δεν ειπώθηκε
ό,τι δε γεύτηκε
ό,τι δεν αγγίχτηκε
σαν παράλυτα σκυλιά
καθυστερημένες
οι εκφράσεις
οι αισθήσεις
σαν γέροντες
που δεν μπόρεσαν ποτέ να προσαρμοστούν στις νέες ταχύτητες της εποχής
αχ, κι αυτή η ματαιότητα που τριγυρνά
στολισμένη στις γιορτές στις συνευρέσεις
στους δρόμους στις κουβέντες στις ματιές
δεν είναι παρά η φρικτότερη δικαιολογία
που έχουμε εφεύρει...

23/6/10

απορυθμίσεις προσχολικής ηλικίας

Τον τελευταίο καιρό δυσκολεύομαι στο περπάτημα

σκοντάφτω διαρκώς πάνω σε τοίχους, σε βιτρίνες

και σε ανθρώπινες προθήκες

σα να κάνω τώρα τα πρώτα μου βήματα

πίνω νερό από καιρό νεκρό

σα να μην φτάνω τη βρύση

όσο κι αν σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου

ξαπλώνω και μπερδεύομαι τόσο με τα σκεπάσματα

που το σεντόνι μεταμορφώνεται λες σ' αγχόνη



καμιά φορά πάλι, άμα έχει ήλιο παίζω κουτσό

με τα καπάκια των υπονόμων

σπρώχνω την ανάγκη στις κυλιόμενες σκάλες

σα να τανε σκουπίδι που βρέθηκε τυχαία μπροστά μου

σκουπίζω τη μύτη μου με το μανίκι του μπουφάν

και στο φανάρι όλο πιάνω τις επιθυμίες απ' το χέρι

να περάσουμε μαζί το δρόμο

καμιά φορά

άμα έχει ήλιο...

5/4/10













Πλαστικό ανθρωπάκι playmobil
γκρεμίζομαι άηχα
από κουβερτενιες οροσειρές
σε στρώμα υγρό και σαπισμενο
σα φθινοπωρινή ματαιότητα
άλλες φορές πάλι
χάνομαι μέσα σε χιονοθύελλες
από κάτασπρα σεντόνια
δίχως καμιά διάθεση
να παλέψω με τον αγέρα
ή με τα στοιχειά του ήλιου
δίχως καμιά διάθεση
να ξαναστήσω τα ποδοπατημένα
σημάδια του μονοπατιού
δίχως καμιά διάθεση διάσωσης


ίσως πάλι απλώς
δεν θέλω να σηκωθώ απ' το κρεβάτι!
είναι φορές που το άνοιγμα
των ματιών μοιάζει να προσυπογράφει
τη συμφωνία της μέρας με τη θλίψη
μ' ένα στυλό συμπαντικό που
αντί για μελάνι είναι γεμάτο με βροχή

4/4/10

γραμμα στον δ.ΙΙ








βιαστικά σύννεφα περιμένουν στην ουρά
ακούραστη βροχή αγαπά αυτή την πόλη
όσο καμία άλλη στον κόσμο
μέρες σταγόνες αστέγνωτες πάνω στα ρούχα μου
απογεύματα μελαγχολικής ανίας
σαν αλλεπάλληλες κυριακές
νύχτες αδιάφορα ξέχειλοι υδροφόροι ορίζοντες ματιών
ή αν προτιμάς νύχτες αλκοολούχας αμέριστης αλληλεγγύης
ναι. προπαντός αυτό το τελευταίο.

κι αν αγγίζεις το κορμί σου και δεν είναι το κορμί σου
είναι που ξόδεψες στην ανάγκη την αφή και την πνοή σου

να δεις όμως που κάτι ήθελα να σου πω
αλλιώς ποιος ο λόγος να σου γράψω;
το μόνο που άλλαξε είναι οι εκδρομές μας
έχουν μειωθεί τραγικά από τότε που έφυγες
κι όσο περνάει ο καιρός συνειδητοποιώ πόσο
απαραίτητος είναι ένας φίλος με αυτοκίνητο.

δεν μπορώ να πιάσω ούτε μια μικρούλα σκέψη σου
ποτέ δεν μπόρεσα
ούτε μια άκρη δε βρήκα στο κορμί σου
μια άκρη να πιαστώ ή να γκρεμιστώ...

κι ας είναι το έδαφος της πρόσκρουση
πάλι σαθρό

όμως να, κάτι ήθελα να σου πω
μα δεν μπορείς να πιάσεις ούτε μια μικρούλα σκέψη μου
κι όποτε έρχεσαι εδώ δε σε προλαβαίνω αλήθεια...
αργοπορημένες οι αισθήσεις αγκομαχούν
στο δρόμο της μνήμης ή της ψευδαίσθησης
εκείνες οι νύχτες δίπλα στην σόμπα
μέσα στη σιωπή της αμηχανίας
της κατανόησης
της θλίψης
κι έξω κατακλυσμός.


έλα τώρα, μη μου δίνεις
σημασία την ώρα που γυρνάω απ' τη δουλειά..
σχεδόν βρεγμένη
σχεδόν ζαλισμένη
σχεδόν θλιμμένη
σχεδόν έτοιμη για ύπνο...


σε φιλώ...
20.12.09

30/12/09

χωρις.

Ξέρω, εμφανιζομαι χωρίς ακριβη λόγο
όπως και θα χαθώ ξανά γι' αρκετούς
μήνες χωρίς ακριβη λογο...
τούτο δω το μπλογκ παρασιτει χειροτερα
από το δημιουργό του...
Αλλά να αυτή η Αθήνα βρε παιδάκι μου....



αφυπνίσεις κινητών
άγευστα τσιγάρα για πρωινό

μεταχειρισμένα χαμόγελα
προσφορά στο περίπτερο
νέες αυξήσεις εισιτηρίων
αμίλητες επιθυμίες
τρέχουν ξοπίσω μου στο φανάρι
ποιος ν' ακούσει τώρα;
εγώ δε προλαβαίνω
μετρώ τα πεζοδρομιακά δεντρα και κρυώνω
απόπειρες προσέγγισης στον κάδο απορριμάτων
μαζί με το πλαστικό ποτήρι του καφέ
αριθμοί προτεραιότητας και
αριθμοί έκτακτης ανάγκης
για τυχόν όνειρα απαλλοτριωτές
δωροκουπόνια
δωροεπιταγές
εορτοδάνεια
εορτοαναλγητηκά
για τη μοναξιά
πορτοκαλί φανάρια
αναβοσβήνουν ανία
έξοδοι κινδύνου και
έξοδοι αναψυχής
το σαββατόβραδο
μετράω τον ήλιο που μου αναλογεί και κρυώνω
αναμονή αναμονή αναμονή
γαμημένη αναμονή για όλα αυτά
που ποτέ δεν πόθησα
κόρνες που χαρακώνουν την ομίχλη
υποψία αστεριών κάπου πάνω απ' τους προβολείς
κουβέντες που πετροβολούν το χρόνο
ύστερα κρύβονται στον καπνό απ'τα τσιγάρα
θέσεις αντιθέσεις επιθέσεις αμυνες
βιτρίνες οθόνες γιγαντοοθόνες
πέφτω ανάσκελα για ταβανοθεραπεία
είναι μια μάγισσα σπείρα που λες
επαναλαμβάνεται διαρκώς οριζοντίως
στο επίπεδο ταβάνι μου
δεν είναι βλέπεις, τουλάχιστον
από εκείνες που ανεβαίνουν
προς τα πάνω σαν την ανάλυση
του dna
μετρώ του κύκλους και κρυώνω.

25/8/09

Διασχιση δριμού Πίνδου από τον ελευθεριακό ορειβατικό σύλογο

Ο Σεπτέμβρης φαίνεται πως θα μας βρει να σκαρφαλώνουμε στις βουνοπλαγιές της β.πίνδου και να δροσιζόμαστε στα πράσινα νερά του αωού και στις αλπικές λίμνες του μαυροβουνίου παρέα με νεράιδες, ξωτικές και τ'ανέμου μουσικές...

Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε εδώ: http://freedomtrekking.blogspot.com/

Άντε βρε, και καλή εξεταστική!

18/4/09

ο ακροβάτης


Είναι μια υπέροχη μελαγχολία αυτή που σε σκεπάζει
όταν πετυχαίνεις τυχαία στο ραδιόφωνο το τραγούδι αυτό
που ήθελες τόσο ν'ακούσεις μα δεν το ήξερες μέχρι εκείνη τη στιγμή!
Ο ακροβάτης λοιπόν, με μια ευχή εσύ να φανείς
να επισκευάσεις τα σπασμένα μου φτερά κι ας
μένω μόνη στο πέταγμα μετά...



................ο ακροβάτης.................................................

Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη που τραμπαλίζεται
για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη πως δε ζαλίζεται
Για ιδέστε τον ακροβάτη που κι όταν πέφτει γελά
και ποτέ δε κλαίει, ποτέ δε κλαίει

Για ιδέστε που χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό
πετά κι ας το βρε θανάτου βόλι, κόντρα στον καιρό
Με τον καιρό να ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς
να μένεις μόνος, να μένεις μόνος

Για ιδέστε όλοι δέστε και μένα άλλο δε ζητώ
που χω στους ώμους φτερά σπασμένα και ακροβατώ
Μύρισε κάτω η μέρα κι ακόμη εσύ να φανείς
μην κλαις πουλί μου, μην κλαις πουλί μου

17/4/09

Διατίθενται

Διατίθενται
πλαστικά πόδια κάθε μεγέθους
ειδικά για υποκλίσεις, υπερωρίες
και εργασιακά ατυχήματα.
απωθούν κάθε μορφή
αντίστασης.

Διατίθενται
χαμόγελα όλων των χρωμάτων
ειδικά για μετανάστες, ζητιάνους
αστέγους καθώς και για νέους
με λανθάνουσα αντικοινωνικότητα
και τάσεις απομονωτισμού.

Διατίθεται
το παρόν κυρίες και κύριοι
σε νέα αεροστεγή συσκευασία
διαθέτει κλειδαριά ασφαλείας
και αντικλεπτικό μηχανισμό
για αποφυγή τυχόν
ονείρων απαλλοτριωτών και
επιθυμιών.
Φυλάσσεται κάτω απ' το
μαξιλάρι και εγγυάται
άψογη λειτουργία
καθημερινής χρήσης.




2/12/2008 γιαννενα

γράμμα στον Δ.

Με κουράζει κάθε φορά αυτός ο χρόνος
που απαιτείται -δεν ξέρω από τι, από ποιον;-
λες κι έχουμε χρόνο για χάσιμο,
αυτός ο χρόνος μέχρι να κερδίσουμε
τη χαμένη οικειότητά μας, κι όλο τρώω
τα μικρά πετσάκια γύρω απ' τα νύχια μου -κάτι
τέτοιες ώρες είναι πιο νόστιμα από ποτέ- κι είναι
πραγματικά εξοργιστικό να υπάρχει
τόσος χώρος γύρω μας και ν' αδυνατούμε να τον γεμίσουμε
με τα γέλια και τις φωνές μας -ας μας ακούσουν οι γείτονες
δεν με νοιάζει- τόσος χρόνος
γύρω μας και ν' αδυνατούμε να τον γεμίσουμε με αισθήσεις και με μνήμες...
Να τρώμε τα σωθικά μας -μαζί με τις παρανυχίδες μας-
"ίσως.." "αλλά.." "όμως πρέπει να τα συζητάμε αυτά..."
"θα ήθελα να μάθω και τη δικιά σου άποψη γι' αυτό..."
(μερικές φορές νομίζω πως για όλα φταίν οι συνελεύσεις!)
ενώ θα μπορούσαμε να ξαπλώνουμε στις μαργαρίτες
και να μαντεύουμε τι συζητάν τα σύννεφα στον ουρανό...
Αχ, κι είχα τόσα σκεφτεί χθες το βράδυ πριν κοιμηθώ.
Αναλογιστηκες ποτέ πόση σκέψη καταναλώνουμε σε
πράγματα που ποτέ δε θα τολμήσουμε να κάνουμε,
σε λόγια που ποτέ δε θα μας φτάσει ανάσα να αρθρώσουμε...

Όχι καλή μου! Αρκετές μέρες και νύχτες σου έκλεψε
και σου κλέβει αυτή η αδηφάγος γνώση κι ο έρωτας δεν
είναι κουλτούρα ξέρεις, δεν είναι τέχνη ούτε πολιτική κι
ούτε θέλω την άποψή σου για τη γεύση και την αφή...
Θα μου πεις, μόνη μου τα λέω, μόνη μου τ' ακούω!
μα δε γαμιέται κι αν έφταναν σε σένα,
αν έβρισκα εκείνη την δυνατή ανάσα που λέγαμε,
πάλι για να τ' ακούσω εγώ θα τα'λέγα.

Ίσως τα ξαναπούμε το χειμώνα.
Σε φιλώ.

22/9/08

Συστατική επιστολή





















Να πιάνεσαι απ’τα μαλλιά της ελπίδας ανήμπορος και κουρασμένος
Χωρίς καμία διάθεση να δεις επιτέλους πως το κεφάλι της είναι αποκομμένο απ’το κορμί της.

Μπήκαμε στα σύννεφα.
Όταν βγήκαμε δεν υπήρχε πια καλοκαίρι να προσμένουμε.

Εκείνος, κάθε φορά μας κοιτάζει σα να’ ταν η τελευταία φορά.
Η πρώτη του γυναίκα πέθανε από καρκίνο.
Η δεύτερη αλλάζει κάθε μέρα σεντόνια, πετσέτες, ρούχα, μάτια και δάκρια. Γιατί όλα
Μυρίζουν θάνατο.Στην αρχή δεν την συμπαθούσα.
Η κόρη του στο διπλανό δωμάτιο πληκτρολογεί συστατική επιστολή στα σκουλήκια. Δεν εμπιστεύεται καθόλου τον παράδεισο πλέον...

Από τον πάνω μαχαλά μόλις που φτάνει μουσική στ’ αυτιά μου.
Κάποιος γάμος σκέφτομαι.

Ωχ, θεέ μου Αν έμπαινα τώρα στο μυαλό του ισως να μην είχα καμιά ανάγκη πίστης σε τίποτα.

Και σκέψου, πως ξέρω ήδη τόσα.
Ξέρω πως ο θάνατος έχει το χρώμα της ώχρας και είναι βαρύς σαν πέτρα.
Ξέρω πως ο θάνατος χορταίνει την πείνα του με τα μάτια.
Με τα μάτια τα δικά μας, των ζωντανών τα μάτια και τα καθρεφτίσματα του φόβου.
Ξέρω πως ο θάνατος απέχει από τη ζωή όση ώρα διαρκεί ένα πετάρισμα των βλεφάρων μας.

Μα ξέχασα...
"Οι θεοί δε σκέφτονται τι είναι
Γι’ αυτό είναι θεοί"

Ύστερα όλα έγιναν όπως στις ταινίες.
Ύστερα έγιναν όλα ρίζες ανάμεσα σε ρίζες.
Κι ο σκηνοθέτης μας χειροκροτεί ευχαριστημένος,
Παρόλο που ακόμη δεν κατάφερα να βάλω
τα ρήματά μου σε χρόνο παρελθοντικό.

Μπήκαμε στα σύννεφα.
Όταν βγήκαμε ο δρόμος μας ήταν μαύρος και στιλπνός...
Κι έπειτα στο δωμάτιο, κάποιος πετούσε στο ταβάνι χαμηλά,
και ζωγράφιζε ολόγιομα φεγγάρια σε νοητές συμπαντικές τροχιές.
Ίσως όμως να’ ταν και απλοί κύκλοι εναλλασσόμενοι και πεπερασμένοι. Δεν ξέρω.
Όσα ήξερα ‘γίναν αυτόχειρες.

22/8/08

11.08.08

Επιστρέφοντας χθες
με τα πόδια μου να κοροϊδεύουν το μυαλό μου
και το κρασί την εν' όψιν εξεταστική Σεπτεμβρίου
πέτυχα αυτό το τραγούδι στο δεύτερο, τον μόνο σταθμό που πιάνω εδώ...
Θυμήθηκα τον Ορφέα όταν τον είχα πρωτογνωρίσει.
"Χρόνια μας έχει στοιχειώσει αυτή η υγρασία που στάζουν οι οροφές..." μου είχε πει.
Κι είναι πάντα το ίδιο. Δεν γνωρίζει εποχές αυτή η γαμημένη υγρασία.
Ύστερα βρήκα όλα τα μικρά χαρτάκια με τις αποτυχημένες αυτοσχέδιες συνταγές,
τα πακέτα τσιγάρων, το πίσω μέρος εισιτηρίων
και το εσωτερικό εξώφυλλων και οπισθόφυλλων...
Χωρίς εικόνα σήμερα.

Πιες

Σκόρπισαν οι ώρες στου χρόνου τις αιώρες
σαν τ' απανωτά τσιγάρα που κάναμε μες στο σταθμό
σπίθα τ' αστέρια στα παγωμένα χέρια
το σαράκι που σε τρώει και ξαναφέρνει γυρισμό
Σα καραβάκια χάρτινα οι χαρές
βουλιάζουν άτυχα σε μέρες βροχερές
το φάρμακο που καίει τις πληγές
είναι γραμμένο σε αυτοσχέδιες συνταγές
κι εσύ πιες την υγρασία που στάζουν οι οροφές
την πίκρα που έχω μες στο στόμα πιες
Πήρες το κορμί μου και την απόγνωση μου
κάτω από το σβηστό φανάρι και σε δωμάτιο δανεικό
κι έγινε ο χρόνος δραπέτης δολοφόνος
σαν τις φλόγες του αναπτήρα που κάψανε το σκηνικό

1/7/08

Μ'ένα φου...


Μποτιλιάρισμα στους δρόμους απ'το χνουδωτό χιόνι της λεύκας
κι απρόσεκτο το βλέμμα μου κινδύνεψε αρκετές φορές να τρακάρει.
Άλλοτε πάνω στο αθέατο και τον περίβλεπτο θρόνο του,
άλλοτε πάνω σε ξεβαμμένες διαβάσεις και εθελοτυφλούσες αποστάσεις,
άλλοτε πάνω στην υπόθεση τοξωτών χειλιών
κι άλλοτε στην υποψία συναπαντήματος με άλλα μάτια...
Μετά την πτώση μιας ριπής κορναρισματων
που με πέτυχε ακριβώς πάνω στο πρώτο βήμα
της φυγής μου, άρχισα να συμορφώνομαι.
Βοήθησε άλλωστε και η νέα αύξηση του εισιτηρίου.
Ανέβηκα στο λεωφορείο ύστερα, και εκεί πλέον συνήλθα
ολοκληρωτικά από την υπερβολική έκθεσή μου στο φως.

Έψαξα με την αφή κάποιον γνωστό μα τίποτα.
Η Αθήνα ήρθε και θρονιάστηκε πάλι στις άκρες των δαχτύλων μου.
Έκανα να φυσήξω με όλη μου τη δύναμη να πέσει κάτω, να γκρεμιστεί
μα καθώς την κοιτούσα σκεφτόμουν πόσο ίδιες μοιάζουν όλες οι πόλεις,
όταν οι δρόμοι τους γίνουν δικοί σου. Όταν οι δρόμοι τους γίνουν εσύ.
Τα πλακόστρωτα στενά και τα διλήμματα, τα παγκάκια και τα φιλήματα,
οι αφίσες, τα γκράφιτι στους τοίχους, τα συνθήματα και τα σκιρτήματα,
οι αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι και οι μεθυσμένοι χοροί της ανατολής,
τα μεταμεσονύχτια φαστφουντάδικα και τα μεταμεσονύχτια μανιφέστα κρασιού και τσιγάρου,
ο επιδειξίας της πλατείας και οι επιδεικτικές αρνήσεις της ευτυχίας - πως να τη διαχειριστείς τόση ευτυχία; - οι σκιές των γέλιων και των δακρύων στην άκρη των πεζοδρόμων, οι σκιές των άγνωστων χιλιομέτρων που πρέπει ακόμα να διανύσεις για να ικανοποιήσεις την απληστία σου, οι σκιές των φίλων σου, των άλλων ανθρώπων και κυρίως οι σκιές εκείνων που διαδραματίζονται ακόμα μόνο στην άκρη της φαντασίας σου.

Φύσηξα προσεκτικά μη με πάρει είδηση ο διπλανός μου και γκρεμίστηκα άηχα, περήφανα, στα χέρια της στοργικής πτώσης.
Φύσηξα προσεκτικά σαν του Αιόλου χάδι να'μουν κι εγίνα ένα ιπτάμενο χνούδι άηχα, περήφανα, στα χέρια της ιστορικής πτήσης.





17/06/08
Γιάννενα

23/4/08

Γράμμα στη Γ.


















Έχω τα σύνεργα μου κάτω απ' το κρεβάτι.
Ανάμεσα σε πεταμένες κάλτσες και ταξιδιωτικούς σάκους.
Στολίδια, χρυσόσκονες, χαμόγελα, δάκρυα, κάθε λογής κουστούμια.
Αυτά για τους ανθρώπους.
Έχω και πυγολαμπίδες φυσικά, ήλιους, σύννεφα, γιασεμιά
κι άλλα μύρια για τις μέρες.
Όλα χειροποίητα και εύθραυστα.
Έχω και μια ειδική φορεσιά για τις λέξεις.
Σχεδιασμένη απ' το χθεσινό πολύ,
αφότου έγινε
σημερινό λίγο.
Τη δική μου φορεσιά δεν την ξεκολλάω από πάνω μου.
Μόνο στον ύπνο με δυσκολεύει λίγο.
Στα όνειρα και στις θύμισες.
Και με πιάνει ανησυχία φορές φορές,
αν είναι ψεύτικες ή αληθινές.


Ούτε που ξέρω, γιατί σου γράφω.
Είμαι για τέταρτη μέρα καθηλωμένη στο κρεβάτι και πλήττω.
Με παράτησαν οι Θεοί μου, μόλις πάτησα Αθήνα
Είναι που σταματήσαμε τις ολονύχτιες σπονδές μάλλον.

Τώρα που' μαι εδώ κάτω, σκέφτομαι πιο συχνά
εκείνο το φτου ξελευθερία που λέγαμε.
Είναι στενάχωρα εδώ. Και αυτός που τα
φυλάει, έχει στήσει καρτέρι δίπλα ακριβώς
απ' το κρεβάτι μου. Βλέπω τα πόδια του
κι ανασαίνω όταν ανασαίνει, μη τύχει και
με καταλάβει. Δε θυμάμαι το πρόσωπό του.
Δε θυμάμαι καν πότε ξεκινήσαμε το
παιχνίδι αυτό.
Ένα φτου ξελευθερία για όλους μας!

Ίσως πάλι θέλω απλώς να γκινιάξω.
Είναι κι αυτές οι αμυγδαλές μου.
Κάθε γουλιά καφέ μεταμορφώνεται
σε αγκαθωτό θάμνο μόλις καταπίνω.
Κι ούτε τη γεύση του τσιγάρου
δε μπορώ, να ευχαριστηθώ πια.

Ναι, μάλλον αυτό θα' ναι.
Θέλω να γκρινιάξω λίγο.

14/4/08

Μικρό ταξίδι, μεγάλο ταξίδι....

















Tαξίδεψέ με εκεί που τελειώνει η Κυριακή,
Μια βόλτα απογευματινή στους πόθους μας,
Ό,τι δεν μπορέσαμε κι ό,τι αφήσαμε στη μέση
Κι ο χρόνος που μίσεψε, στα χειλη μας λέξη
που να ειπωθει δεν αντέχει.


Ταξίδεψέ με εκεί που τελειώνει ο χορός,
Κι αν δεν υπάρχει αθανασία μη μου το πεις,
Η άγνοια γνωρίζει όσα η γνωση αμφισβητεί.
Πάρε μου το χέρι και πάμε στον κόσμο μαζί,
Κάνεις ποτέ δεν σταμάτησε της γης τη στροφή.


Ταξίδεψέ με εκεί που τελειώνει η μουσική,
Κι αν η αγάπη είναι απάτη μη μου το πεις,
Είναι ο χαμένος στο τέλος νικητής,
Το γελιο και το δάκρυ απο μια λεπτή
χωρίζονται γραμμη.


Ταξίδεψέ με εκεί που τελειώνει το φως,
Και μείνε μαζί μου ως την άλλη αυγή,
Ένα παραμύθι πεσμου κι ύστερα ένα χάδι,
Μη θαρρείς, είναι το μυαλό μου παιδικό
κι ακόμα τρέμει στο σκοτάδι.


27/12/07

Κρύφτηκα πίσω απ' το γιασεμί.
Μ' έχασες; Αυτό δεν ήθελες;
Απ' τη δύσκολη θέση σε βγάζω!
Δε περιμένω να ψάξεις να με βρεις,
ούτε καν για λόγους τυπικούς!
Αναμφίβολα όμως το γιασεμί είναι
ένας όμορφος και ποιητικότατος
τρόπος να στολίσω τα αδιάφορο
πέρασμά σου!

Κρύφτηκα πίσω απ' το γιασεμί.
Άλλωστε δεν είναι και τ' αγαπημένο
σου λουλούδι! Δε φοβάμαι μη το κόψεις!
Έκοψες εμένα.

Με τι χέρια λοιπόν, να σηκώσω το τηλέφωνο;
Με τι χέρια να αγαπήσω το πέρασμά σου;
Με τι χέρια να σηκώσω τη μνήμη;
Άκλητη πάντα! Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Δε φταις εσύ. Μη τρελαίνεσαι.
Μόνη μου ερωτεύομαι εγώ.
Φτιάχνω αιτίες κι αφορμές.
Μόνη μου γεμίζω τις νύχτες με ξενιτιές.
Κι ύστερα κρύβω την αυτοπάθειά μου
πίσω από λέξεις. Τις βιάζω σχεδόν,
αλλά δεν το θέλω, στ' ορκίζομαι!
Εκείνες πάντα αντιστέκονται στο
φιλόδοξο χάδι μου
-ίσως ακριβώς γιατί είναι φιλόδοξο-
και διαλαλούν την ανεπάρκειά μου με στόματα
αρρωστημένων ερινυών.