18/4/09

ο ακροβάτης


Είναι μια υπέροχη μελαγχολία αυτή που σε σκεπάζει
όταν πετυχαίνεις τυχαία στο ραδιόφωνο το τραγούδι αυτό
που ήθελες τόσο ν'ακούσεις μα δεν το ήξερες μέχρι εκείνη τη στιγμή!
Ο ακροβάτης λοιπόν, με μια ευχή εσύ να φανείς
να επισκευάσεις τα σπασμένα μου φτερά κι ας
μένω μόνη στο πέταγμα μετά...



................ο ακροβάτης.................................................

Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη που τραμπαλίζεται
για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη πως δε ζαλίζεται
Για ιδέστε τον ακροβάτη που κι όταν πέφτει γελά
και ποτέ δε κλαίει, ποτέ δε κλαίει

Για ιδέστε που χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό
πετά κι ας το βρε θανάτου βόλι, κόντρα στον καιρό
Με τον καιρό να ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς
να μένεις μόνος, να μένεις μόνος

Για ιδέστε όλοι δέστε και μένα άλλο δε ζητώ
που χω στους ώμους φτερά σπασμένα και ακροβατώ
Μύρισε κάτω η μέρα κι ακόμη εσύ να φανείς
μην κλαις πουλί μου, μην κλαις πουλί μου

17/4/09

Διατίθενται

Διατίθενται
πλαστικά πόδια κάθε μεγέθους
ειδικά για υποκλίσεις, υπερωρίες
και εργασιακά ατυχήματα.
απωθούν κάθε μορφή
αντίστασης.

Διατίθενται
χαμόγελα όλων των χρωμάτων
ειδικά για μετανάστες, ζητιάνους
αστέγους καθώς και για νέους
με λανθάνουσα αντικοινωνικότητα
και τάσεις απομονωτισμού.

Διατίθεται
το παρόν κυρίες και κύριοι
σε νέα αεροστεγή συσκευασία
διαθέτει κλειδαριά ασφαλείας
και αντικλεπτικό μηχανισμό
για αποφυγή τυχόν
ονείρων απαλλοτριωτών και
επιθυμιών.
Φυλάσσεται κάτω απ' το
μαξιλάρι και εγγυάται
άψογη λειτουργία
καθημερινής χρήσης.




2/12/2008 γιαννενα

γράμμα στον Δ.

Με κουράζει κάθε φορά αυτός ο χρόνος
που απαιτείται -δεν ξέρω από τι, από ποιον;-
λες κι έχουμε χρόνο για χάσιμο,
αυτός ο χρόνος μέχρι να κερδίσουμε
τη χαμένη οικειότητά μας, κι όλο τρώω
τα μικρά πετσάκια γύρω απ' τα νύχια μου -κάτι
τέτοιες ώρες είναι πιο νόστιμα από ποτέ- κι είναι
πραγματικά εξοργιστικό να υπάρχει
τόσος χώρος γύρω μας και ν' αδυνατούμε να τον γεμίσουμε
με τα γέλια και τις φωνές μας -ας μας ακούσουν οι γείτονες
δεν με νοιάζει- τόσος χρόνος
γύρω μας και ν' αδυνατούμε να τον γεμίσουμε με αισθήσεις και με μνήμες...
Να τρώμε τα σωθικά μας -μαζί με τις παρανυχίδες μας-
"ίσως.." "αλλά.." "όμως πρέπει να τα συζητάμε αυτά..."
"θα ήθελα να μάθω και τη δικιά σου άποψη γι' αυτό..."
(μερικές φορές νομίζω πως για όλα φταίν οι συνελεύσεις!)
ενώ θα μπορούσαμε να ξαπλώνουμε στις μαργαρίτες
και να μαντεύουμε τι συζητάν τα σύννεφα στον ουρανό...
Αχ, κι είχα τόσα σκεφτεί χθες το βράδυ πριν κοιμηθώ.
Αναλογιστηκες ποτέ πόση σκέψη καταναλώνουμε σε
πράγματα που ποτέ δε θα τολμήσουμε να κάνουμε,
σε λόγια που ποτέ δε θα μας φτάσει ανάσα να αρθρώσουμε...

Όχι καλή μου! Αρκετές μέρες και νύχτες σου έκλεψε
και σου κλέβει αυτή η αδηφάγος γνώση κι ο έρωτας δεν
είναι κουλτούρα ξέρεις, δεν είναι τέχνη ούτε πολιτική κι
ούτε θέλω την άποψή σου για τη γεύση και την αφή...
Θα μου πεις, μόνη μου τα λέω, μόνη μου τ' ακούω!
μα δε γαμιέται κι αν έφταναν σε σένα,
αν έβρισκα εκείνη την δυνατή ανάσα που λέγαμε,
πάλι για να τ' ακούσω εγώ θα τα'λέγα.

Ίσως τα ξαναπούμε το χειμώνα.
Σε φιλώ.

22/9/08

Συστατική επιστολή





















Να πιάνεσαι απ’τα μαλλιά της ελπίδας ανήμπορος και κουρασμένος
Χωρίς καμία διάθεση να δεις επιτέλους πως το κεφάλι της είναι αποκομμένο απ’το κορμί της.

Μπήκαμε στα σύννεφα.
Όταν βγήκαμε δεν υπήρχε πια καλοκαίρι να προσμένουμε.

Εκείνος, κάθε φορά μας κοιτάζει σα να’ ταν η τελευταία φορά.
Η πρώτη του γυναίκα πέθανε από καρκίνο.
Η δεύτερη αλλάζει κάθε μέρα σεντόνια, πετσέτες, ρούχα, μάτια και δάκρια. Γιατί όλα
Μυρίζουν θάνατο.Στην αρχή δεν την συμπαθούσα.
Η κόρη του στο διπλανό δωμάτιο πληκτρολογεί συστατική επιστολή στα σκουλήκια. Δεν εμπιστεύεται καθόλου τον παράδεισο πλέον...

Από τον πάνω μαχαλά μόλις που φτάνει μουσική στ’ αυτιά μου.
Κάποιος γάμος σκέφτομαι.

Ωχ, θεέ μου Αν έμπαινα τώρα στο μυαλό του ισως να μην είχα καμιά ανάγκη πίστης σε τίποτα.

Και σκέψου, πως ξέρω ήδη τόσα.
Ξέρω πως ο θάνατος έχει το χρώμα της ώχρας και είναι βαρύς σαν πέτρα.
Ξέρω πως ο θάνατος χορταίνει την πείνα του με τα μάτια.
Με τα μάτια τα δικά μας, των ζωντανών τα μάτια και τα καθρεφτίσματα του φόβου.
Ξέρω πως ο θάνατος απέχει από τη ζωή όση ώρα διαρκεί ένα πετάρισμα των βλεφάρων μας.

Μα ξέχασα...
"Οι θεοί δε σκέφτονται τι είναι
Γι’ αυτό είναι θεοί"

Ύστερα όλα έγιναν όπως στις ταινίες.
Ύστερα έγιναν όλα ρίζες ανάμεσα σε ρίζες.
Κι ο σκηνοθέτης μας χειροκροτεί ευχαριστημένος,
Παρόλο που ακόμη δεν κατάφερα να βάλω
τα ρήματά μου σε χρόνο παρελθοντικό.

Μπήκαμε στα σύννεφα.
Όταν βγήκαμε ο δρόμος μας ήταν μαύρος και στιλπνός...
Κι έπειτα στο δωμάτιο, κάποιος πετούσε στο ταβάνι χαμηλά,
και ζωγράφιζε ολόγιομα φεγγάρια σε νοητές συμπαντικές τροχιές.
Ίσως όμως να’ ταν και απλοί κύκλοι εναλλασσόμενοι και πεπερασμένοι. Δεν ξέρω.
Όσα ήξερα ‘γίναν αυτόχειρες.

22/8/08

11.08.08

Επιστρέφοντας χθες
με τα πόδια μου να κοροϊδεύουν το μυαλό μου
και το κρασί την εν' όψιν εξεταστική Σεπτεμβρίου
πέτυχα αυτό το τραγούδι στο δεύτερο, τον μόνο σταθμό που πιάνω εδώ...
Θυμήθηκα τον Ορφέα όταν τον είχα πρωτογνωρίσει.
"Χρόνια μας έχει στοιχειώσει αυτή η υγρασία που στάζουν οι οροφές..." μου είχε πει.
Κι είναι πάντα το ίδιο. Δεν γνωρίζει εποχές αυτή η γαμημένη υγρασία.
Ύστερα βρήκα όλα τα μικρά χαρτάκια με τις αποτυχημένες αυτοσχέδιες συνταγές,
τα πακέτα τσιγάρων, το πίσω μέρος εισιτηρίων
και το εσωτερικό εξώφυλλων και οπισθόφυλλων...
Χωρίς εικόνα σήμερα.

Πιες

Σκόρπισαν οι ώρες στου χρόνου τις αιώρες
σαν τ' απανωτά τσιγάρα που κάναμε μες στο σταθμό
σπίθα τ' αστέρια στα παγωμένα χέρια
το σαράκι που σε τρώει και ξαναφέρνει γυρισμό
Σα καραβάκια χάρτινα οι χαρές
βουλιάζουν άτυχα σε μέρες βροχερές
το φάρμακο που καίει τις πληγές
είναι γραμμένο σε αυτοσχέδιες συνταγές
κι εσύ πιες την υγρασία που στάζουν οι οροφές
την πίκρα που έχω μες στο στόμα πιες
Πήρες το κορμί μου και την απόγνωση μου
κάτω από το σβηστό φανάρι και σε δωμάτιο δανεικό
κι έγινε ο χρόνος δραπέτης δολοφόνος
σαν τις φλόγες του αναπτήρα που κάψανε το σκηνικό

1/7/08

Μ'ένα φου...


Μποτιλιάρισμα στους δρόμους απ'το χνουδωτό χιόνι της λεύκας
κι απρόσεκτο το βλέμμα μου κινδύνεψε αρκετές φορές να τρακάρει.
Άλλοτε πάνω στο αθέατο και τον περίβλεπτο θρόνο του,
άλλοτε πάνω σε ξεβαμμένες διαβάσεις και εθελοτυφλούσες αποστάσεις,
άλλοτε πάνω στην υπόθεση τοξωτών χειλιών
κι άλλοτε στην υποψία συναπαντήματος με άλλα μάτια...
Μετά την πτώση μιας ριπής κορναρισματων
που με πέτυχε ακριβώς πάνω στο πρώτο βήμα
της φυγής μου, άρχισα να συμορφώνομαι.
Βοήθησε άλλωστε και η νέα αύξηση του εισιτηρίου.
Ανέβηκα στο λεωφορείο ύστερα, και εκεί πλέον συνήλθα
ολοκληρωτικά από την υπερβολική έκθεσή μου στο φως.

Έψαξα με την αφή κάποιον γνωστό μα τίποτα.
Η Αθήνα ήρθε και θρονιάστηκε πάλι στις άκρες των δαχτύλων μου.
Έκανα να φυσήξω με όλη μου τη δύναμη να πέσει κάτω, να γκρεμιστεί
μα καθώς την κοιτούσα σκεφτόμουν πόσο ίδιες μοιάζουν όλες οι πόλεις,
όταν οι δρόμοι τους γίνουν δικοί σου. Όταν οι δρόμοι τους γίνουν εσύ.
Τα πλακόστρωτα στενά και τα διλήμματα, τα παγκάκια και τα φιλήματα,
οι αφίσες, τα γκράφιτι στους τοίχους, τα συνθήματα και τα σκιρτήματα,
οι αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι και οι μεθυσμένοι χοροί της ανατολής,
τα μεταμεσονύχτια φαστφουντάδικα και τα μεταμεσονύχτια μανιφέστα κρασιού και τσιγάρου,
ο επιδειξίας της πλατείας και οι επιδεικτικές αρνήσεις της ευτυχίας - πως να τη διαχειριστείς τόση ευτυχία; - οι σκιές των γέλιων και των δακρύων στην άκρη των πεζοδρόμων, οι σκιές των άγνωστων χιλιομέτρων που πρέπει ακόμα να διανύσεις για να ικανοποιήσεις την απληστία σου, οι σκιές των φίλων σου, των άλλων ανθρώπων και κυρίως οι σκιές εκείνων που διαδραματίζονται ακόμα μόνο στην άκρη της φαντασίας σου.

Φύσηξα προσεκτικά μη με πάρει είδηση ο διπλανός μου και γκρεμίστηκα άηχα, περήφανα, στα χέρια της στοργικής πτώσης.
Φύσηξα προσεκτικά σαν του Αιόλου χάδι να'μουν κι εγίνα ένα ιπτάμενο χνούδι άηχα, περήφανα, στα χέρια της ιστορικής πτήσης.





17/06/08
Γιάννενα

23/4/08

Γράμμα στη Γ.


















Έχω τα σύνεργα μου κάτω απ' το κρεβάτι.
Ανάμεσα σε πεταμένες κάλτσες και ταξιδιωτικούς σάκους.
Στολίδια, χρυσόσκονες, χαμόγελα, δάκρυα, κάθε λογής κουστούμια.
Αυτά για τους ανθρώπους.
Έχω και πυγολαμπίδες φυσικά, ήλιους, σύννεφα, γιασεμιά
κι άλλα μύρια για τις μέρες.
Όλα χειροποίητα και εύθραυστα.
Έχω και μια ειδική φορεσιά για τις λέξεις.
Σχεδιασμένη απ' το χθεσινό πολύ,
αφότου έγινε
σημερινό λίγο.
Τη δική μου φορεσιά δεν την ξεκολλάω από πάνω μου.
Μόνο στον ύπνο με δυσκολεύει λίγο.
Στα όνειρα και στις θύμισες.
Και με πιάνει ανησυχία φορές φορές,
αν είναι ψεύτικες ή αληθινές.


Ούτε που ξέρω, γιατί σου γράφω.
Είμαι για τέταρτη μέρα καθηλωμένη στο κρεβάτι και πλήττω.
Με παράτησαν οι Θεοί μου, μόλις πάτησα Αθήνα
Είναι που σταματήσαμε τις ολονύχτιες σπονδές μάλλον.

Τώρα που' μαι εδώ κάτω, σκέφτομαι πιο συχνά
εκείνο το φτου ξελευθερία που λέγαμε.
Είναι στενάχωρα εδώ. Και αυτός που τα
φυλάει, έχει στήσει καρτέρι δίπλα ακριβώς
απ' το κρεβάτι μου. Βλέπω τα πόδια του
κι ανασαίνω όταν ανασαίνει, μη τύχει και
με καταλάβει. Δε θυμάμαι το πρόσωπό του.
Δε θυμάμαι καν πότε ξεκινήσαμε το
παιχνίδι αυτό.
Ένα φτου ξελευθερία για όλους μας!

Ίσως πάλι θέλω απλώς να γκινιάξω.
Είναι κι αυτές οι αμυγδαλές μου.
Κάθε γουλιά καφέ μεταμορφώνεται
σε αγκαθωτό θάμνο μόλις καταπίνω.
Κι ούτε τη γεύση του τσιγάρου
δε μπορώ, να ευχαριστηθώ πια.

Ναι, μάλλον αυτό θα' ναι.
Θέλω να γκρινιάξω λίγο.

14/4/08

Μικρό ταξίδι, μεγάλο ταξίδι....

















Tαξίδεψέ με εκεί που τελειώνει η Κυριακή,
Μια βόλτα απογευματινή στους πόθους μας,
Ό,τι δεν μπορέσαμε κι ό,τι αφήσαμε στη μέση
Κι ο χρόνος που μίσεψε, στα χειλη μας λέξη
που να ειπωθει δεν αντέχει.


Ταξίδεψέ με εκεί που τελειώνει ο χορός,
Κι αν δεν υπάρχει αθανασία μη μου το πεις,
Η άγνοια γνωρίζει όσα η γνωση αμφισβητεί.
Πάρε μου το χέρι και πάμε στον κόσμο μαζί,
Κάνεις ποτέ δεν σταμάτησε της γης τη στροφή.


Ταξίδεψέ με εκεί που τελειώνει η μουσική,
Κι αν η αγάπη είναι απάτη μη μου το πεις,
Είναι ο χαμένος στο τέλος νικητής,
Το γελιο και το δάκρυ απο μια λεπτή
χωρίζονται γραμμη.


Ταξίδεψέ με εκεί που τελειώνει το φως,
Και μείνε μαζί μου ως την άλλη αυγή,
Ένα παραμύθι πεσμου κι ύστερα ένα χάδι,
Μη θαρρείς, είναι το μυαλό μου παιδικό
κι ακόμα τρέμει στο σκοτάδι.


27/12/07

Κρύφτηκα πίσω απ' το γιασεμί.
Μ' έχασες; Αυτό δεν ήθελες;
Απ' τη δύσκολη θέση σε βγάζω!
Δε περιμένω να ψάξεις να με βρεις,
ούτε καν για λόγους τυπικούς!
Αναμφίβολα όμως το γιασεμί είναι
ένας όμορφος και ποιητικότατος
τρόπος να στολίσω τα αδιάφορο
πέρασμά σου!

Κρύφτηκα πίσω απ' το γιασεμί.
Άλλωστε δεν είναι και τ' αγαπημένο
σου λουλούδι! Δε φοβάμαι μη το κόψεις!
Έκοψες εμένα.

Με τι χέρια λοιπόν, να σηκώσω το τηλέφωνο;
Με τι χέρια να αγαπήσω το πέρασμά σου;
Με τι χέρια να σηκώσω τη μνήμη;
Άκλητη πάντα! Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Δε φταις εσύ. Μη τρελαίνεσαι.
Μόνη μου ερωτεύομαι εγώ.
Φτιάχνω αιτίες κι αφορμές.
Μόνη μου γεμίζω τις νύχτες με ξενιτιές.
Κι ύστερα κρύβω την αυτοπάθειά μου
πίσω από λέξεις. Τις βιάζω σχεδόν,
αλλά δεν το θέλω, στ' ορκίζομαι!
Εκείνες πάντα αντιστέκονται στο
φιλόδοξο χάδι μου
-ίσως ακριβώς γιατί είναι φιλόδοξο-
και διαλαλούν την ανεπάρκειά μου με στόματα
αρρωστημένων ερινυών.


16/9/07

Θα..

Δυο βήματα πιο κάτω, η ζωή είναι εύκολη στο περπάτημα (Στις πτήσεις εμφανίζει κάποια μικροπροβλήματα, αλλά ας μην ξεχνάμε πως η τεχνολογία σήμερα κάνει θαύματα!), ο θάνατος ερωτοτροπεί με τη ματαιοδοξία κάποιου "θα...". Δε θα σκεφτώ τίποτα άλλο. Ανοίγω το ραδιόφωνο. Κάποιος γελάει κι ύστερα "Βαρέθηκα τη μίζερή μου φύση..." Αίμονα πως μεγάλωσες μέσα σε δυο νύχτες; Ένα τσιγάρο τράκα Αίμονα καλέ μου. Θα στο χρωστάω δυο βήματα πιο κάτω. Τι περιμένεις λοιπόν; Στρέψε το μαχαίρι!εσύ γεννήθηκες για ν' αγαπάς. Ανεπαίσθητα θα φύγουμε μη τρομάζεις. Κι εγώ θα φροντίσω να πάρω ομπρέλα. Δυο βήματα πιο κάτω μπορεί να φανταστούμε βροχή...Άλλωστε ο συγγραφέας δε θα μας ορίζει πια. Μπορούμε να φανταστούμε ότι θα...


4/8/07

Παζαρέματα με την κυρά Λήθη



Αρμένιζα στα στενά του Θησείου
Απόγευμα όλων των αντίρροπων χρωμάτων.
Ποιος τα ανάγκασε να συνυπάρξουν;


Σταμάτησα έξω απ'το παλιατζήδικο του δειλινού.
Ήξερα βέβαια τι θα συμβεί.Ήταν αναμενόμενο.
Άρχισα τα παζαρέματα με την κυρά Λήθη...
Άκουσα συμπονετικά τα παράπονά της.
Ξέρει καλά να σε ξεγελά με την πλήρη συγκατάθεσή σου!
"Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει" λες κι έτσι
μένεις αγιάτρευτη στην ροπή του,
Ραγισμένος τροχός, τρύπια αναπόληση
Αδύναμη να ακολουθήσει...



Έλεγα όμως για τα παράπονα της κυράς των Ματαιοτήτων.
Είναι χρόνια δύσκολα μου είπε. Δεν το αρνούμαι.
(Πως να αρνηθω;Κάπως άλλωστε πρέπει κι εγώ
να δικαιολογήσω όλες τις πανσέλινες νύχτες
που ξέχασα να θυμηθώ...)



Πως να επιβιώσεις, είπε, με τόσα σύγχρονα μέσα
Αιχμαλωσίας απόντων στιγμών...;
Φωτογραφικές μηχανές, Ψηφιακές, Βιντεοκάμερες
Κινητά τηλέφωνα συρρικνωμένης τεχνολογικής προόδου
και διεσταλμένης μοναξιάς....


Έκανα τάχα πως την λυπάμαι. Στον εαυτό μου έστω.
Κι έτσι αρχίσαν οι συναλλαγές!
Ένα γνωστό πλέον παιχνίδι προσθαφαίρεσης.


Πήρε ό,τι δεν αιχμαλωτίζεται: Γεύσεις, αρώματα,
βλέμματα, αγγίγματα, φιλήματα...
Κι εγώ πρόσθεσα στο κενό τους επιτάφιες επιγραφές
Σαν τους τίτλους πάνω από τις εικονικές φωτογραφίες
των κινητών.

Μιαν επαλήθευση αυτού που κάποτε υπήρξε.
Αυτού που προς χάρην του υπάρχω τώρα κι εγώ,
Σαν ένα ακόμη σύγχρονο μέσο αιχμαλωσίας
επαναλήψεων χαμών.









Των Φασμάτων




Έχω δυο φεγγάρια, το'να στον ουρανό
Και τ'άλλο στο καθρέφτη της θαλάσσης,
Μα δε ξέρω...ποιο απ'τα δυο είναι τ'αληθινό
Και ποιο θέλει πιότερο κόπο να το φτάσεις...;



Φιάνω σκάλες από προσευχές και προσμονές
Μα το'να είναι πολύ ψηλά
Και τ'άλλο όσες κι αν προσπάθησα φορές
Σκορπίζει σαν αγγίζω τα νερά.



Φιάνω τα χέρια μου γεφύρια και σκοινιά
Μα χάνομαι συνέχεια μεσ'την ομίχλη
Και εσύ φαντάζεις πάντα όλο πιο μακριά
Ανυποψίαστα όπως με νικά η Λήθη



Έτσι, παίρνω δυο μικρά ψαράκια του γιαλού
Να μ'οδηγούν μεσ'των Φασμάτων τις ατραπούς
Παίρνω και δυο γλάρους, μαριονέτες του θεού
Να νομίσω τάχα πως πετώ πάνω απ'τους καημούς.



Έτσι, αφήνω την αλήθεια να χαθεί στου ορίζοντα το βάθος
Έκει που μπλέκεται η θάλασσα με τον ουρανό,
Χτίζω τα "γιατί;" μου με δίψα περισσή και πάθος
Κι ας είναι ύστερα το κένο της απάντησης διπλό.


Ό,τι απόμεινε


Στ'απόνερα του περάσματός σου
Είμαι πάντα εκείνη η μαβιά
Αγαπημένη σου νηρηίς...
Το ανώνυμο κύημα των αφρών
Που γεννιέται επανειλημμένα,
επίμονα με κάθε κύμα
Που γητεύεται σε κάθε γλυκό
κελάρυσμα του νερού
Που χάσκει μπρος στην σαρωτική
αύρα του παραμυθιού σου.

Ωσπου να διαμελιστεί
προσκρούοντας στα βράχια
Ή ν'ασθενήσει
στη ροπή της συνήθειας...

Στην εικονική προοπτική
του βυθού σου
Είμαι πάντα μια διάφανη
μικρούλα φυσαλίδα
Αφελώς αφημένη στην άνωση,
ανεβαίνω άηχα στην επιφάνεια της πάντα
απατηλής
μορφής σου.

Εκτεθειμένη στην κάθε κίνησή σου

Εκτεθειμένη στην κάθε
υποψία ανάδυσής σου.
Συμβιβασμένη με την
κρυφή γνώση, τη γνώση
της μελλοντικής μου
Ανυπαρξίας.



Εν συντομία



Απ'την αλήθεια ως τα παραμύθια
Μια εισπνοή πολύχρωμα ενύπνια
Π'απειλούν με νεροπίστολα τη συνήθεια.

Απ'το γέλιο ως το στεναγμό
Ένα χελιδόνι διαβατάρικο
Που λαβώθηκε από ξένο κυνηγό.

Κι απ'τη γη ως τον Άδη
Μια διακοπή ρεύματος το βράβυ
Κι εν' απαλό,της Περσεφόνης χάδι...

2/8/07

Χαμένος σ'ένα φάλτσο σόλο


Είχε στα χέρια του σημάδια

απ'την λαχτάρα κάποιας χίμαιρας

που ονόμασε ελευθερία.

Μέσ'τα αλλόκοσμα μάτια του

κυμάτιζε ζωηρά η υπερτροφική του φαντασία.

Τα δειλινά γλιστρούσε απ'την στιγμή

και πήγαινε να βρει,όσα φύγαν δίχως να'ρθουν,

και κάτι παιδιά, που σα σκυλιά

μέσ'τα σωθικά του αλυχτούσαν διέξοδο να'βρουν.

Σαν έπιανε το φθινόπωρο έβγαινε μεσ'την βροχή,

μεσ'τους μύριους μικρούς καθρέφτες

και χόρευε με τ'αδιόρατο είδωλό του,

κι η καρδιά του, στην ομορφιά της γύμνιας ντυμένη

μούσκευε ολόκληρη και χλεύαζε άφοβα

την απληστία του βασιλιά Χρόνου.

Ένας πρίγκιπας του πουθενά

άναμεσα σ'αυτοκίνητα και καπνούς,

που έμαθε το σήμερα να υπομένει

και έπλασε το παραμύθι του αδιαφορώντας για τον αιώνιο

ύπνο της καλής του, για να'χει να προσμένει.

Τις νύχτες πάλευε με την απόγνωση της θριαμβευτικής γνώσης ότι υπήρχε

ακόμα και μεσ'την προσπάθεια της απόλυτης αδράνειάς του,

καθότι το μικρό σαράκι ροκάνιζε ασταμάτητα το υγρό του μυαλό,

ώσαν τα σπλάχνα του ξύλου, καταστρέφοντας το ίδιο το σώμα που το γέννησε.

Τις νύχτες πάλευε με τους κλέφτες που φέρναν οι αγέριδες

διαμελίζοντας τις ψυχές τους, σαν την μαρμαρυγή κάποιου αστέρα.

Τους ζήλεψε θαρρείς!

Έτσι, ψάχνωντας ψηλαφιστά την κρύα πλευρά του μαξιλαριού

και τη ζεστή όψη του κόσμου, αποξεχάστηκε σ'ένα φάλτσο σόλο,

και δε σηκώθηκε ποτέ ξανά απ'το κρεβάτι.

Σ'ένα φάλτσο σόλο, σαν από'κείνα που σκάρωνε για να μην ακούει τη σιωπή ή τον εαυτό του...

01/09/06

Υποθετικοί Λόγοι Κεφάλαιο: Παραμύθια



Αν είχα λέει εύκολα τα παραμύθια,
Θ'ανέβαινα σ'ένα άστρο να κατοικώ
Τη θλίψη μου θ'άφηνα στη γη,
Σα μαύρη τελεία σε τετράδι λευκό.


Αν είχα λέει εύκολα τα παραμύθια,
Θα'μουν η Μούσα κάθε άδοξου ποιητή
Κάθε νέου που ψάχνει το Θεό,
Θα'μουν φάρος στου ερέβους τη ροπή.


Αν είχα λέει έυκολα τα παραμύθια
Θα'μουν του Μέγα Αλέξανρδου η αδερφή,
Όχι να ρωτώ τους ναυαγούς αν ζει,
Μα να κλέψω της άγνοιας την απαντοχή.


Αν είχα λέει εύκολα τα παραμύθια
Θα'μουν νεράιδα με δυο μεγάλα αυτιά,
Να μη γλυστρά της Λήθης το στεφάνι απ'τα μαλλιά,
Φάσματα του χθες να φαντάζουν λειψά.


Αν είχα λέει εύκολα τα παραμύθια,
Λαθρεπιβάτης θα'μουν σ'ένα καράβι από ψέμα
Στου πηγεμού τα πέλαγα, για τα ενδότερα ξένα,
Πυξίδα μου το άπιαστο ως στης λογικής το τέλμα.


Πρόκειται όμως λέει η Δασκάλα για Λόγο Υποθετικό,
Στ'αρχαία, στα νέα και σ'όλες τις γλώσσες του νου,
Αόριστη επανάληψη σε μέλλον και παρόν,
Ονειροβασίες ως στην αυγή στ'απόκρυμνα τ'ουρανού.
....πάνω στο θρανίο...εν ώρα Αρχαίων....

Άτιτλο



Απόψε θα ντυθώ φυγή
Προτού γίνω κάτι απ'αυτά που μίσησες,
Θα χορέψω για στερνή φορά
Σε τούτη την παραίσθηση που μίσεψες.
Κι ύστερα ξέρεις που θα με βρεις
Πάντα ήξερες....γι'αυτό όλο σκληρά μ'αφήνεις,
Σε κάποιο στίχο ασώματη να ζητιανεύω
Για τον εαυτό μου που κάθε νύχτα σβήνεις.
Θα με βρεις στο τέλος της αρχής
Να σώνομαι σα κλωστή σε κάποιας Μοίρας τ'αδράχτι
Ή σε μια σκέψη σχεδόν ανορεξική
Μούσα στην οθόνη νεκρή, θαμμένη στων καιρών τη στάχτη.
Θα με βρεις στου κόσμου το σαματά
Να κλέβω κάποιου ποιητή τα πανδέγμονα μάτια,
Διψώντας για το νερό της λησμονιάς
Να καίω τ'ανάλγητο τώρα με της Μνήμης τ'αλάτια.
Θα με βρεις να κυματίζω
Μεσ'την πλανόδια ζεστή πάνω απ'την άσφαλτο καυτή
Ή σ'ενα τσιγάρο που σιγοκαίγεται ξεχασμένο
Στου χρόνου το τασάκι, υπολογίζοντας την αντοχή.
Θα με βρεις σε κάποιο στενό,
Σε κάποιο καλτνερίμι της Πλάκας παλιό,
Ν'ανασταίνω ήχους, αγγίγματα, φιλήματα,
Ώσπου σ'ένα όνειρο μοβ πάλι ν'αναληφθώ.
Θα με βρεις όπου θες εσύ...
Σ'ένος στημένου παιχνιδιού τις παρτίδες,
Θα με χάσεις, θα με κερδίσεις, θα μ'αφήσεις.
Ωσότου άηχα να με γητεύσουν του μύθου νηρηίδες...


1/8/07

Please mind the gap...

Ημουν κρυμμένη μέσα στο αβέβαιο βήμα,
Μέσα στο αδιόρατο και αφελές πέταγμα πάνω
Απ'το κενό αποβάθρας και συρμού.
Ήμουν παιδί μέσα στο τρεμούλιασμα του χρόνου,
Μέσα στην ανείπωτη προσμονή για την υπόσχεση που του'δώσαν.
Η καρδιά μου φτιαγμένη λες, από γιασεμιά και αιθάλη
Έψαχνε λιγάκι ήλιο να ξανοίξει το χάος των ερωτημάτων.
Κι έφτανε μόνο μια σιωπηλή αγκαλιά,
Ένα ψηλάφισμα, δροσιά, σαν αεράκι.
Άλαλος μισεμός απ'το κόσμο. Προορισμός:ο κόσμος.
Χέρια συνθέτες, αρπίσματα στο σώμα,
Χτίστες για το νέο μου δέρμα.
Χείλια που μάτωσαν μεσ'το ασίγαστο πάθος
Να νικήσουν μια φορά έστω, το Χρόνο σμηλευτή.
Συνθήματα στα θρανία, στους τοίχους, στη καρδιά.
Λόγια δίχως ήχο, μάτια αχόρταγα, άπληστα,
Μπλεγμένα όνειρα με μουσκεμένα μαλιά,
Υπόστεγα φιλιών, στίχοι και ήχοι για'μένα,
Ξάγρυπνα κρεβάτια κι ο δρόμος για την Λήθη.
"Ερωτικά παλέματα". Αιμάτινα σ'αγαπώ.

Τέλος.Ηττήθηκα; Ηττήθηκες; Ηττηθήκαμε!

Σε ρούφηξε ο ανυπόφορος συριγμός του τρένου
Ή σάπισες μέσα στην ανύποπτη υγρασία της συνήθειας.
Και άλλο, τώρα πια, δεν έχεις, παρά να πορεύεσαι
Με μια ηρεμία στο πρόσωπο και μια απουσία στο βλέμμα.
Την απουσία όλων αυτών που λαχτάρησες για μένα.

Εγώ...δε ρωτας, το ξέρω, μα είμαι καλά.
Γυναίκα με μια διάφανη νεκρή νεραίδα στους ώμους.
Παιδί που αθέτησαν την υπόσχεση που του'χαν δώσει.
Ίκαρος ανέμυαλος, που θέλησε να πετάξει ψηλά
Μα προσέκρουσε σκληρά στο κενό μεταξύ αποβάθρας και συρμού,
μεταξύ αλήθειας και παραμυθιού
στο πουθενά σου που'ταν το δικό μου παντού.

Μισεμός


Ένα απροσδιόριστο κενό
χορεύει πάνω στις ώρες
πάνω στου τώρα τις αιώρες,
πάνω στους λεπτοδείκτες σιωπηρά
το "γενικά" ενός οράματος μετρά.

Ένα θαυμάσιο, υπερήφανο κενό
σα να ουρλιάζεις "τίποτα δε μου φτάνει εδώ"
μα..."για τίποτα δε φτάνεις!" να γυρίζει η Ηχώ
σα μια κάμπια που σέρνεται σου στα σωθικά,
μα πως να γίνει πεταλούδα με σάπια ιδανικά;

Ένα αχόρταγο, άπληστο κενό
χλευάζει πάλι του "είναι" σου την ήττα,
κι η Ζωή σου απ'το ζήτα ως το ήτα,
ξέχειλη απ'του "φαίνεσθαι" την ομορφιά
χαρίζεται σε ολιγόζωη λησμονιά.

Ένα διάφανο, αδιόρατο κενό,
μα αν κοιτάξεις,θαρρώ υπάρχει κάτι,
κάτω απ'του νου σου το κρεβάτι.
Είν' το κενό που μια μέρα και σε θα κλέψει
ή το γέλιο που άφησε ο εαυτός σου πριν μισέψει.

Οι Ειδήσεις Σε Τίτλους


Αύξηση παρατηρείται εφέτος, σύμφωνα με έρευνες,
σε εκρτώσεις ιδανικών.

Σε αφθονία στους δρόμους
τα ξεφτισμένα οράματα
και τα ματαιωμένα όνειρα.
Η πολιτεία αδιαφορεί.

Σε τιμή κόστους θα βρείτε
στο εμορικό κέντρο της οθόνης
τρύπια λόγια εισαγωγής
καΘώς και οι παρωχημένες ιδέες.

Εντοπίστηκαν στα ράφια
ληγμένες υποσχέσεις
και σάπια πρότυπα.

Κατασχέθηκαν χθες στην Ομόνοια
ανεκπλήρωτες προσδοκίες μεταναστών
μέσα σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών.
Οι προσδοκίες μεταφέρθηκαν στο αυτόφορο.

Μεγάλη πτώση σημειώθηκε
για ακόμη μια φορά σήμερα στο Χρηματιστήριο.
Τα αισθήματα σε τιμές εξευτελιστικές!

Σύμφωνα με δηλώσεις των Ερινύων, κατεβαίνουν
αύριο σε απεργία κάτι άστεγες μορφές του παρελθόντος.
Τέλος η ΝΕΑ πλαστική συσκευασία της ψυχής
έκανε σήμερα επιτέλους την εμφάνισή της στην αγορά,
προκαλώντας πραγματικό σάλο!
Πληροφορίες χρήσεις αναγράφονται
στο πίσω μέρος:ένα χαμογελαστό προσωπείο,
ένας διάφανος αρμός στη θέση της καρδιάς
και λίγο κρασί να ξεγελάμε τον πόνο.